ΘΡΑΚΗ:

 Περιοχή ανατολικά της Μακεδονίας, με ανατολικό όριο τον Εύξεινο Πό­ντο, βόρειο τον ‘Ιστρο (= Δούναβη), δυτικό τον ποταμό Αξιό και νότιο το Αιγαίο Πέλαγος(σύμφωνα με τον Ηρόδοτο). Τη χώρα αυτή κατοικούσε λαός με την ονομασία Θράκες, συγγενικός με τους Έλληνες, ο οποίος και έδωσε την ονομασία τους στην περιοχή. Είχε δική του γλώσσα, η οποία συγγενεύει με την Αρμενική και τη Φρυγική. Οι θράκες από πολύ νωρίς ήλθαν σε επαφή με τους Έλληνες και από τον 7ο-5ο αιώνα Π.Χ. εξελληνίσθησαν πλήρως και έκτοτε ακολουθώντας κοινή πορεία εγνώρισαν περιόδους λαμπρής πορείας και ευημερίας, αλλά και αντίστοιχες παρακμής, βασάνων, πόνων και δακρύων. Σήμερα η υπέροχη αυτή περιοχή, από πείσμα, από συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων και άλλους λόγους έχει κατακερματισθεί. Ένα μέρος παρεχωρήθη στη Βουλγαρία, άλλο στη Τουρκία, από ένα μικρό κομάτι πήραν Σερβία (στην ανατολική Σερβία) και η FYROM, για να μη μείνουν και αυτές οι χώρες παραπονεμένες, και το μικρό κομάτι που φαίνεται στη φωτογραφία, απελευθερώθηκε, από τη δικαιούχο Ελλάδα, με πολύ κόπο, αίμα και δάκρυα. Οι απόγονοι των παλαιών Θρακών (Έλληνες) είχαν και αυτοί παρόμοια τύχη με τη περιοχή τους. Εκείνοι που εξακολουθούν να υπάρχουν, ως Θράκες Έλληνες και να γνωρίζουν την καταγωγή τους, είναι κυρίως αυτοί που ζουν στην Ελληνική Θράκη, καθόσον στα άλλα δύο μέρη με βίαιες μεθόδους τους αποξένωσαν από τη Φυλή τους, στο σύνολό τους.

Ακόμη και σήμερα η Ελληνική Θράκη αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα από εξωγενείς παράγοντες και μια μικρή μειονότητα που, από διάφορες συγκυρίες  και ενδεχομένως Ελληνικές  πολιτικές αστοχίες, παράμεινε στην Ελληνική Θράκη, και εποφθαλμιούν να την αποσπάσουν από τον κορμό της Χώρας μας, καίτοι κανείς απ’ αυτούς δεν δύναται να αμφισβητήσει την Ελληνικότητα της περιοχής, των παλαιών αλλά και των εναπομεινάντων Θρακών {πολύ λίγοι αν λάβουμε υπ’ όψιν τα λεχθέντα υπό του Ηροδότου(Ε Τερψιχόρη): Των Θρακών το γένος είναι μέγιστον πάντων των ανθρώπων μετά βεβαίως τους Ινδούς}. Οι Θράκες Δημόκριτος, Αριστοτέλης, η μητέρα του Κίμωνος και του Θεμιστοκλή ήσαν Έλληνες και Ελληνίδες και κανείς δεν το αμφισβητεί καθώς επίσης και κανένα ανεξάρτητο κράτος ή παρόμοιο μόρφωμα δεν τα οικειοποιήθηκε, μέχρι τώρα, όπως συνέβη με τη Μακεδονία μας , που το νεοσύστατο κράτος FYROM κάνει υπεράνθρωπο αγώνα, σε όλη την υφήλιο για να πείσει κράτη και λαούς, ότι η Μακεδονία δεν είναι Ελλάδα και ότι ο Μέγας Αλέξανδρος και κατ΄ επέκτασιν οι κάτοικοι της Μακεδονίας δεν είναι Έλληνες αλλά Μακεδόνες, παραποιούντες βάναυσα την Ιστορία και κατ’ επέκτασιν την αλήθειαν, η οποία, κατά τη γνώμη μου παρουσιάζει και ο Ηρόδοτος στην Ιστορία του  (Ε Τερψιχόρη 22 και Θ Καλλόπη 44-45) που μας πληροφορεί: Ότι οι από του Περδίκκου καταγόμενοι είναι Έλληνες, ως και οι ίδιοι λέγουν, και εγώ το γνωρίζω, αλλά και επί πλέον Θα αποδείξω εις τα επόμενα κεφάλαια ότι είναι Έλληνες. Άλλωστε και οι διευθύνοντες τους εν Ολυμπία αγώνας των Ελλήνων, απεφάνθησαν ότι ούτω έχουν τα πράγματα. Όταν δηλαδή ο Αλέξανδρος, ηθέλησε να λάβει μέρος εις αυτούς ως αθλητής και προς τούτο κατήλθεν εις Ολυμπίαν, οι Έλληνες ανταγωνισταί του εζήτησαν ν’ αποκλεισθεί ισχυριζόμενοι ότι ο αγών δεν διεξάγεται με βαρβάρους αγωνιστάς αλλά με Έλληνας. Αφού όμως ο Αλέξανδρος απέδειξεν ότι είναι Αργείος τότε εκρίθη ότι είναι Έλλην και λαβών μέρος εις τον αγώνα δρόμου ήλθεν ισόπαλος με τον πρώτον. Ταύτα ούτω αγένωτο. Και για την προηγουμένην νύκτα της μάχης των Πλαταιών, μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, μας λέγει: Όταν δε Επροχώρησεν Η νύκτα και τα στρατόπεδα Εφαίνοντο να ησυχάζουν, διότι οι άνθρωποι εκοιμώντο, τότε εις τας προφυλακάς των Αθηναίων επλησίασεν έφιππος ο Αλέξανδρος  του Αμύντα (παππούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου) στρατηγός και βασιλεύς των Μακεδόνων και εζήτει να ομιλήση εις τους στρατηγούς.

Οι περισσότεροι των φυλάκων παρέμεινον εις τας θέσεις των και ολίγοι μόνον εξ αυτών έτρεξαν εις τους στρατηγούς και όταν φθασαν ανήγγειλαν εις αυτούς ότι άνθρωπός τις έφιππος έφθασεν εκ του στρατοπέ­δου των Μήδων, όστις ουδέν άλλο λέγει, ειμή τα ονόματα των στρατηγών μετά των οποίων επιθυμεί να ομιλήση.

Ευθύς ως ήκουσαν αυτά οι στρατηγοί, μετέβησαν εις τας φυλακάς, εις τας οποίας όταν έφθασαν, ο Αλέξανδρος τους έλεγεν τα εξής : Άνδρες ’Αθηναίοι θα σας εμπιστευθώ αυτά, και σας παρακαλώ να τα τηρήσητε μυστικά, μη αποκαλύπτοντες ταύτα εις ουδένα πλήν του Παυσανίου, διότι υπάρχει κίνδυνος να καταστραφώ.. Δεν θα τα έλεγα εάν το ενδιαφέρον μου δι’ όλην γενικώς την Ελλάδα δεν ήτο αμέριστον, διότι και εγώ τυγ­χάνει να είμαι Έλλην την καταγωγήν και δεν επιθυμώ να ίδω την Ελλάδα δουλωμένην αντί ελευθέρας. Σας αναγγέλλω λοιπόν ότι αι θυσίαι δεν κατέστη δυνατόν να αποβούν αίσιαι διά τον Μαρδόνιον και τον στρατόν του, άλλως προ πολλού θα είχατε πολεμήσει.

Τώρα όμως απεφάσισε να παραβλέψη τας θυσίας και να επιτεθή αύριον ευθύς ως αρχίση να υποφώσκη η ημέρα, επειδή ως υπολογίζω φοβείται; ότι θα συγκεντρωθήτε περισσότεροι, δι’ αυτό λοιπόν να ετοιμάζεσθε.

Εάν δε η έκβασις του πολέμου αυτού είναι σύμφωνος προς τας προσδοκίας σας, πρέπει να ενθυμηθήτε και την ιδικήν μου ελευθερίαν, αφού από ζήλον προς τους Έλληνας έπραξα έργον τόσον επικίνδυνον, επιθυμών να καταστήσω γνωστάς τας προθέσεις του Μαρδονίου, ίνα μη οι βάρβαροι επιπέσουν εναντίον σας αιφνιδιαστικώς, εις χρόνον μη αναμενόμενον. Είμαι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών.

Βεβαίως γι’ αυτά τα τόσο κρίσιμα εθνικά θέματα τον πρώτο λόγο έχει η κυβέρνηση της χώρας, η οποία, κατά τη γνώμη μου, για ν’αποφύγουμε στο μέλλον δυσάρεστες καταστάσεις, χρειάζεται να είναι διαρκώς σε επαγρύπνηση, ν’αφουγκράζεται τις τυχόν δονήσεις, ακόμη και τις ανεπαίσθητες και να  ενεργεί με μεγάλη προσοχή, σύνεση και αποφασιστικότητα.

 Όλοι οι Έλληνες θα πρέπει:

α. Να είμαστε ΦΙΛΟΙ αυτών των πολύπαθων περιοχών και Ιδιαίτερα της Θράκης μας , καθώς επίσης και όλης της ΕΛΛΑΔΟΣ μας , και.
β. Να διατηρούμε στο μυαλό και τη καρδιά μας τα λεχθέντα υπό του Δημαράτου προς τον Ξέρξη, όταν αυτός εξεστράτευσε κατά της Ελλάδος: Η πενία συντροφεύει πάντοτε την Ελλάδα, αλλά το θάρρος συνδυάζεται με αυτήν. Είναι δε αποτέλεσμα  της σοφής και ρωμαλέας νομοθεσίας. Ταύτην χρησιμοποιούσα η Ελλάς αμύνεται προς απόκρουσιν της πενίας και της δουλείας (Ηρόδοτος Ζ Πολύμνια 102).

Κατόπιν των ανωτέρω, παρακαλώ όλους τους αναγνώστες του παρόντος Ιστοτόπου (blogs), έλληνες ή όσους αισθάνονται έλληνες, να  γίνουν και φίλοι του blogs μας και να βοηθήσουν, με τις γνώσεις τους, για την καλύτερη παρουσίαση και τεκμερίωση των θεμάτων.

ΘΡΑΚΗ (ΟΡΙΑ-ΙΣΤΟΡΙΑ-ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ Κ.Λ.Π)

Θ Ρ Α Κ Η

Όρια. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, τα όρια της Θράκης δεν υπήρξαν ποτέ απολύτως προσδιορι­σμένα. Ο Όμηρος αναφέρει ως νότιο όριο τον ποταμό Πηνειό της Θεσσαλίας και το Αιγαίο. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ως βόρειο όριο τον Δούναβη και τον Εύξεινο Πόντο. Θα πρέπει, λοιπόν, να θεωρήσουμε ως ανατολικό όριο τον Εύξεινο Πό­ντο, ως βόρειο τον ‘Ιστρο (= Δούναβη), ως δυτικό τον ποταμό Αξιό και ως νότιο το Αιγαίο Πέλαγος. Στους ιστορικούς χρόνους και για μικρά χρονικά διαστήματα προσαρτήθηκαν στη Θράκη η Σκυθία, η περιοχή των Γετών και των Δοκών. Η έκταση της Θράκης αυξομειωνόταν, αλλά «κυρίως Θράκη» θεωρούνταν η περιοχή μεταξύ Στρυμόνα, Αίμου και Αιγαίου.

Ονομασία της περιοχής. Σύμφωνα με την αρχαία μυθική παράδοση, η Θράκη πήρε την ονομασία της από την ομώνυμη κόρη τού Ωκεανού και της Παρθενόπης ή από κάποια ομώνυμη νύμφη ή από κάποιο μυθικό βασιλιά. Παλαιότερη ονομασία της ήταν Πέρκη ή Αρία, όμως, για τον Πλάτωνα, τον Πίνδαρο, τον Αισχύλο και άλλους αρχαίους συγ­γραφείς, η ονομασία της έχει συμβολικό περιεχό­μενο και σημαίνει τη χώρα της αγνής διδασκαλίας και της ιερής ποίησης. Φαίνεται όμως ότι πήρε την ονομασία της από τους Θράκες, λαό συγγενικό με τους Έλληνες (ινδοευρω­παϊκής καταγωγής), που εγκαταστάθηκε στον χώρο

{ Θράκη, η (Μυθ.)- κόρη του Ωκεα­νού και της Παρθενόπης, αδελφή της Ευρώπης, που έδωσε το όνομα της στην ομώνυμη χώρα. Στον Στέφανο Βυζάντιο ονομάζεται και Τιτανίς, ε­ξαιτίας της καταγωγής της από τον Τιτάνα Ωκεανό. Λέγεται ότι με τον Δία απέκτησε τον Βίθυν, με τον Κρό­νο τον Δόλογκο και με τον Οβριάρεω τον Τριήρη, Για τον λόγο αυτό, οι Βιθυνοί, οι Δόλογκες και οι Τριήρες ανήγαγαν την καταγωγή τους στη Θράκη.

Με την ονομασία «Θρώσσα» ανα­φέρεται ως μητέρα ταυ Ιαμάρου. τον οποίο απέκτησε με τον Άρη, ο δε Ίσμαρος θεωρείται ως ιδρυτής της Θρακικής πόλης Μαρώνειας. Ο Gruppe θεωρεί τον δεσμό της Θράκης με τον Άρη ως ένδειξη για τη θρακική καταγωγή του θεού. Αντίθετη άποψη εξέφρασε ο KernΑπεικονίσεις της Θράκης είναι συχνές σε νομίσματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εποχής. }

    Θράκες, οι (αρχ.). Λαός συγγενικός µε τους Έλληνες, τους Ιλλυριούς και τους Φρύγες (ινδοευρωπαϊκής καταγωγής). Ήσαν επίσης, συγγενικός λαός µε τους Τρώες, µε τους οποίους μάλιστα συνεμμάχησαν κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου. Στον Όμηρο οι Θράκες αναφέρονται ως «Θρήικες ακρόκομοι» ή «Θρῆκες». Ο Ηρόδοτος τους αναφέρει ως το µεγαλύτερο έθνος µετά τους Ινδούς {των Θρακών το γένος είναι μέγιστον πάντων των άνθρώπων μετά βεβαίως τους ‘Ινδούς. Κατά δε την εμήν γνώμην εάν ήρχετο παρ’ ενός ανδρός θα ήτο ακαταμάχητον και πολύ ισχυρότερον όλων των εθνών. Τούτο όμως είναι αδύνατον και ουδείς υπάρχει τρόπος διορθώσεώς του. Δια τούτο είναι ασθενείς. ‘Έχουν πολλά ονόματα αναλόγως της περιοχής ν οικούν, αλλά πάντες διατηρούν παραπλήσια έθιμα, πλην των Γετών και των Τραυσών και των κατοικούντων βορείως των Κρηστυναίων (Ηρόδοτος-Τερψιχόρη)}, το ίδιο και ο Παυσανίας. Κατά την παράδοση του Στράβωνος, τους δύο πρώτους μετα­χριστιανικούς αιώνες το σύνολο των Θρακών ανήρχετο σε 2.000.000 και χωριζόταν σε 22 φυλές.

θρακικές φυλές. Οι θρακικές φυλές είχαν πάρει την ονοµασία τους από τον τόπο που κατοικούσαν. Πρέπει όµως να σηµειωθεί ότι οι φυλές αυτές δεν έµεναν µόνιµα σε έναν συγκεκρι­µένο χώρο, αλλά µετακινούνταν και κατελάµβαναν η µία τη θέση της άλλης. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέ­ρουν τις παρακάτω φυλές: Αλητοί, δηλαδή αυτοί που περιηλανώνται.­ Ασταί, στην περιοχή τής Βιζύης. Αψίν­θιοι, ανατολικά τού Αίµου.  Βέννοι ή Βένοι, στον µέσο και στον κάτω ‘Εθρο. Βέσσοι ή Βησσοί, µεταξύ Ρο­δόπης και Αίµου. Μπετεγγέρι (Bette­gerri), ανατολικά του κάτω Έβρου, κοντά στην Αδριανούπολη· Βισάλται, κατά µήκος του Στρυµόνα και στη χερσόνησο του Άθω· Βίστονες, στο Αιγαίο Πέλαγος. Βριάνται ή Priantae, στη Βριαντική, απέναντι από τη Σαµοθράκη. Βρίσαι, στην περιοχή των βεσοικών φυλών. Γέτες, ανάµεσα στον Αίµο και στον Δούναβη. Δανθα­λήται, στον άνω Στρυµόνα. Δάρσιοι, Δερσαίοι ή Δερραίοι, στον κάτω Στρυµόνα. Δίγυροι, στα βόρεια της Rila PIanina· Δίοι, στα όρη της Ροδόπης· Δόλογκοι, στη Χερσόνησο τής Καλλίπολης.  Ντρουγγέρι (Dru­geri), στον µέσο ‘Εθρο.  Ζακελέοι, στον Ζιλιάχοβο της πεδιάδας του Στρυµόνα. Ζηράνιοι· Ηδωνοί ή Η­δώνες, στην πεδιάδα του κάτω Στρυµόνα.  Θυνοί, στο εσωτερικό της χώρας του Βυζαντίου.  Καινοί, στην Προποντίδα.  Καρµπιλέζι (KarbiIesi), µία από τις βεσσικές φυλές.  Κεβρή­νιοι, στον ‘Αρισθο, παραπόταµο τού Έβρου.  Κίκονες, από ‘τη Βιστονίδα µέχρι τον ‘Εβρο. Κοιλαλήται, στους πρόποδες του Αίµου.  Κορπίλοι, κοντά στο Διδυµότειχο και ανατολικά της Αίνου. Κρηστώνες, βόρεια της λίµνης Βόλβης, µεταξύ Αξιού και Στρυµόνα. Λαδεψοί, ένα από τα θυνικά φύλα. Μαντουατένι (Maduateni)· Μαιδοί ή Μάιδοι, στις κοιλάδες του άνω Στρυµόνα.  Μελανδίται· Μυγδόνες, αρχικά µεταξύ Στρυµόνα και Αξιού, στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.  Νιζαίοι· Οδόµαντοι ή Οδόµαντες, συγγενείς των Ηδωνών, στον κάτω Στρυµόνα. Οδρύσαι, αρχικά στην κοι­λάδα του Έβρου, αργότερα σε όλη τη Θράκη. Παίτοι, µεταξύ κάτω Έβρου και Μέλα. Παναίοι, στην περιοχή τού Στρυµόνα. Πίερες, στην περιοχή τού Παγγαίου. Πυρογγέρι (Pyrogerι), στην πεδιάδα του Έβρου, κοντά στη Βερόη. Σάιοι· Σαµαίοι, στη Σαµαική χώρα.  Σαπαίοι, µεταξύ Βιστονίδος λί­µνης και Νέστου. Σάτρσι ή Σατροκέ­νται, στη Ροδόπη.  Σέλλητες, στον Αίµο, ίσως µέχρι την Αγχίαλο. Σέρδαι ή Σερδόι, στην περιοχή της Σαρδικής, κοντά στη σηµερινή Σόφια. Σίθωνες ή Σιθώνες, στις χερσονήσους Παλλήνη και Σιθωνία· Σιντοί, µεταξύ Στρυµόνα και Αξιού· Τραλλείς, στον άνω Νέστο. ­Τρανίζαι ή Τράνιζοι, ένα από τα θυνι­κά φύλα. Τραυσοί, στη Ροδόπη.  Υψάλ­ται, ίσως στην περιοχή τού Έβρου.

Χαρακτηριστικά τών Θρακών - Ήθη και έθιµα. Σύµφωνα µε τις αρχαίες πηγές, οι Θράκες ήταν βίαιοι, ορμτικοί, άλλοτε οκνηροί, άλλοτε πολύ ενεργητικοί. Δεν φημίζονταν για την αξιοπιστία τους, ενώ ήταν γνωστοί για τη μαχητικότη­τά τους. Έτσι τούς περιγράφει ο Θουκυδίδης, ενώ στον Όμηρο ορισμένοι Θράκες αναφέρονται ως εγκρατείς και φιλήσυχοι, λιτοδίαιτοι και δίκαιοι.

   Στους Θράκες ίσχυε η πολυγαμία, όπως µας λέγει ο Μένανδρος. Κάθε άντρας έπαιρνε πολλές γυναί­κες, για να αποκτήσει πολλά παιδιά. Είχε δε το δικαίωνα να πουλά τις γυναίκες και τα παιδιά του ή να τα ανταλλάσσει.  Για τον λόγο αυτό, η δουλεία ήταν ευρύτατα διαδεδομένη. Και ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί: Οι δε βορείως των Κρηστωναίων οίκούντες πράττουν τά έξης: ἔκαστος ἐξ αὐτών ἔχει πολλάς συζύγους. ‘Όταν λοιπόν τις ἐξ ἀvτών άπo­θάνη έγείρεται ἔντονος φιλονικεία μεταξύ των, συζύγων και έξαιρετικόν ενδιαφέρον των φίλων τoυ, ἐπί τού ποία ἐξ αὐτών ήγαπάτο περισσότερον ὑπό τού άνδρός. ‘Εκείνη δε ἥτις θα κριθή, προσδίδοντες είς αύτήν µεγάλην τιμήν, έγκωµιάζουν άνδρες και γυναῖκες μετά δε ταῦτα, σφάζεται επί του τάφου υπό του στενοτέρου συγγενούς της. Σφαγεῖσα συνθάπτεται µετά του συζύγου. Αί δε άλλαι, θεωρούν ότι έπαθον µεγάλην συµφοράν, διότι δι’ εκείνας δεν υπάρχει µεγαλντέρα έντροπή . Οι δε λοιποί Θρᾶκες διατηρούν το έξης εθιμον. Τους υioύs των πωλούν εις τό έξωτερικόν. Τάς δε κόρας των δεν προφυλάσσουν άλλα έπι­τρέπουν  εΙς αυτάς να συνουσιάζωνται με οίονδήποτε άνδρα έπιθυµούν. Τας συζύγους των όμως φυλάσσουν αύστηρώς, άγοράζοντες αυτάς άπό των γονέων των δι’ άδροτάτης πληρωμής. Θεωρούν ευγενή την στίξιν του σώματος, το δε άστικτον θεωρούν άγενές. την άργίαν θεωρούν ώς το κάλλιστον των πραγµάτων, την δε καλλιέργειαν της γης ώς έξευτελισμόν. Εντιµότατον θεωρούν το άποζήν εκ του πολέμου και της ληστείας. Αυτά είναι τα σπουδαιότερα εκ των έθίμων των.  (Ηρόδοτος-Τερψιχόρη).

Χαρακτηριστικές είναι οι δοξασίες τους για τη ζωή και τον θάνατο. Όταν γεννιόταν κάποιο παιδί, έκλαιγαν και θρηνούσαν, γιατί θα είχε να αντιμετωπίσει τα βάσανα της ζωής. Αντίθε­τα, όταν κάποιος πέθαινε, χόρευαν και τραγουδούσαν. Τους νεκρούς τούς έθαβαν ή τους έκαιγαν τρεις ημέρες μετά τον θάνατό τους. Στο διάστημα αυτό έτρωγαν και γλεντού­σαν. Όταν μάλιστα πέθαινε πλούσιος, διοργανώνονταν αγώνες µε πλούσια δώρα. Οι τάφοι των σημαντικών προ­σώπων σκεπάζονταν µε τύμβους. Συνηθισμένη επίσης ήταν και η νεκρο­μαντεία {Τους ευπορωτέρους έξ αύτων θάπτουv ώς έξης: έπί τρείς ήµέρας εκθέτουν τον νεκρόν και σφάζοντες παντοῖα σφάγια εύοχουνται άφού προηγουμένως τον θρηνήσουν. “Επειτα τον θάπτουv εἴτε καίοντες αυτόν, εἴτε  άλλως, δηλαδή θάπτοντες έντός της γης, κατασκευάζοvτεs μετα ταῦτα τύμβον και διοργανοῦντες παντοίους άγώνας κατά τους οποίους απονέμουν τα μεγαλύτερα έπαθλα, δικαίως , εις τους νικήσαντες εν μονομαχία. Ούτω ενεργούν τας ταφάς οι Θρᾶκες (Ηρόδοτος-Τερψιχόρη)}.

Ενδυµασία και πολεµική εξάρτυση των Θρακών. Η καθημερινή ενδυμασία των Θρακών ήταν κατασκευασμένη από χοντρά υφάσματα ή δέρµατα ζώων. Βασικά ρούχα ήταν ο χιτώνας και το µακρύ πανωφόρι χωρίς μανίκια (ζειραί). Συνήθιζαν να στιγματίζουν το σώµα τους (τατουάζ), κάτι που θεω­ρούσαν σηµάδι ευγενικής καταγω­γής.

    Στον Ηρόδοτο πληροφορούμαστε για τον πολεµικό τους εξοπλισμό. Στο κεφάλι φορούσαν κάλυµµα από δέρ­µα αλεπούς, την αλωπεκή, στο σώµα µακρύ πανωφόρι, τη ζειρά, στα πόδια και στις κνήµες πέδιλα από δέρµα µικρού ελαφιού. Κρατούσαν πέλτες, δηλαδή µικρές ασπίδες, και τα όπλα τους ήταν το ακόντιο και τα µικρά εγχειρίδια. Εντιµότατον θεωρούν το άποζήν εκ του πολέμου και της ληστείας.

   Οικονοµία και κοινωνία τών θρακών. Για τους Θράκες η εργασία ήταν αναξιοπρέπεια και εξευτελισµός. Α­ξιοπρεπείς ασχολίες θεωρούνταν µό­νο ο πόλεµος και η ληστεία. Για τον λόγο αυτό, οι Θράκες δεν είχαν ανεπτυγμένη οικονοµία, αν και διέθεταν άφθονες πλουτοπαραγωγικές πηγές: µέταλλα, δάση, εύφορες εκτάσεις, βοσκοτόπια, ζώα. Ζούσαν κυρίως από τους πολέµους, τη ληστεία και το δουλεμπόριο· υπήρχαν όµως και µε­ρικοί γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Η θρακική κοινωνία περιλάμβανε έτσι τρεις τάξεις: τους πολεµιστές, τους καλλιεργητές και κτηνοτρόφους και τους δούλους.

    Τα δεδομένα αυτά άλλαξαν όταν δημιουργήθηκαν ελληνικές πόλεις στα θρακικά παράλια. Στην κλασική και ελληνιστική εποχή οι Θράκες άρ­χισαν να συγκροτούνται σε βασίλεια και να δημιουργούν µια αστική τάξη. Ευνοϊκές στάθηκαν για την εξέλιξη αυτή οι εµπορικές τους σχέσεις µε τους Έλληνες. Οι Θράκες έπαιρναν αλάτι, βιοτεχνικά προϊόντα και έργα τέχνης, τα οποία αντάλλασσαν µε δούλους, ξυλεία, μέταλλα, δημητριακά και άλογα. Είχαν αναπτύξει επίσης τη µμεταλλουργία, όπως αποδεικνύει η νομισματοκοπία ήδη από τους αρχαϊ­κούς χρόνους, εκμεταλλευόμενοι τα µμεταλλεία χρυσού και αργύρου της Σκαπτής ύλης στο Παγγαίο. Το ίδιο ανεπτυγμένη ήταν και η κεραμική.

  Το θρακικό οδικό δίκτυο, που ήταν αρκετά καλό, ευνοούσε και διευκό­λυνε τις συναλλαγές. Έχουν βρεθεί τµήµατα ξύλινων και λίθινων γεφυ­ρών, καθώς και οδικές αρτηρίες.

 Θρακική θρησκεία. Οι Θράκες είχαν γενικά, από την εποχή που τους γνω­ρίζουµε καλύτερα, τους ίδιους θεούς µε τους Έλληνες, υπήρχαν όµως και Θρακικοί θεοί -άγνωστοι αρχικά στους Έλληνες- οι οποίοι αργότερα εντάχθηκαν στο ελληνικό πάνθεο.

     Η λατρεία του Διός και της Ήρας ήταν ευρύτατα διαδεδοµένη. Ο Απόλλων θεωρείται από τους πιο παλιούς θεούς, τού οποίου η λατρεία από τους Θράκες μαρτυρείται και στον Όμηρο. Η Άρτεμις ταυτίστηκε στα­διακά με τη θρακική θεότητα Βενδί­δα, που λατρευόταν στα σπήλαια. Λατρεύονταν επἰσης ο Ερμής και ο Άρης, ενώ ξεχωριστή θέση κατέχει ο Διόνυσος, του οποίου η οργιαστική λατρεία παραδιδόταν ότι γεννήθηκε στη Θρά­κη και από εκεί εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ελλάδα. (Η σημερινή έρευ­να δεν συμφωνεί με την παράδοση αυτή). Στη Θράκη ο Διόνυσος ταυτίστηκε με τον Σαβάζιο, θεότητα που συμβόλιζε την άνθηση της φύσης, το θάνατο και την ανα­γέννησή της. Άλλοι θεοί που λα­τρεύονταν ήταν ο Ασκληπιός, η Υγι­εία και ο Τελεσφόρος, ο Ήλιος, ο Ηρακλής, η Εκάτη, οι χθόνιοι θεοί, οι Νύμφες, ο Ζάλμοξις (μυθικό πρόσωπο, μυημένο στα μυστήρια των Αιγυπτίων, νομοθέτης και θεοποιημένος ιερέας), ο Πλείστωρος και η Κότυς ή Κοτυττώ, τής οποίας η οργιαστική λατρεία διαδόθηκε και στην Ελλάδα. Πιο χαρακτηριστική και διαδεδομένη όμως υπήρξε η λατρεία ενός εφίππου ήρωα  Θεού ο οποίος παραδίδεται μόνο με έναν εικονογραφικό τύπο, αλλά πάρα πολλά ονόματα και του οποίου πιθανότατα το περιεχόμενο προσαρμοζόταν κάθε περιοχή σε τοπικό δεδομένα. Συχνά, ο έφιππος αυτός ήρωας ταυτίστηκε με τον μυθικό βασιλιά Ρήσο που ηρωοποιήθηκε και Θεοποιήθηκε.

    Ο Ηρόδοτος μας λέγει ότι: ‘Εκ των θεών σέβονται µόνον τον “Αρην, τον Διόνυσον και την ‘Αρτεμιν. Οι δε βασιλείς των, μόνοι  εκ των άλλων πολιτών, περισσότερον όλων των Θεών σέβονται τον ‘Ερµήν καί εις αύτου µόνον το όνοµα ορκίζονται  ισχυριζόµενοι ότι κατάγονται εξ αυτού.

Στους ρωμαϊκούς χρόνους διαδόθηκαν πολλές ανατολικἐς λατρείες, όπως του Μίθρα, του Αρποκράτη, του Σεράπιδος, της Ίσιδος, του Άνουβι, του Οσἰριδος, ενώ σε επιγραφές αναφέρονται και πολλές δευτερεύουσες θεότητες : Τοτόης, Μηδυλεύς, Δηλόπτης, Μανίμαζος, Δαβατόπειος, Δαρζάλας, Λαμβαδούλης, Σβελζούρδος, Ασδούλης, Σουρογέθης, Τιλθάζης κ.α.

Οι θράκες στην Ελληνική μυθολoγία.

Πολλοί μυθικοί Θράκες συνδέθηκαν στενά με την ελληνική μυθολογία Μερικοί από τους πιο γνωστούς είναι

—ο Εύμολπος, γιος του Μουσαίου, ιδρυτής των Ελευσινίων μυστηρίων

—ο Ορφεύς, γιος του Απόλλωνος ή του Οιάγρου, βασιλιά της Θράκης-

—ο Φιλάμμων-

—ο Θαμύρας-

—ο Μουσαίος.

Ελληνικοί μύθοι που συνδέουν τους Έλληνες και τους θράκες είναι οι εξής:

—η αρπαγή της Ωρειθυίας από τον Θρηίκιο Βορέα-

—η αρπαγή των αλόγων του Θρακός Διομήδη από τον Ηρακλή-

—η συνεργασία του Θρακός Φινέως και των Αργοναυτών-

—η βοήθεια τού Θρακός Τηρέως προς τον Αθηναίο Πανδίονα-

—ο γάμος του Τηρέως με την Πρόκνη, θυγατέρα του Πανδίονος-

—η ίδρυση της Ορεστιάδσς στη θρα­κική πόλη Ουσκουδάμα από τον Ορέστη.

θρακική γλώσσα. Ανήκει στην ινδοευ­ρωπαϊκή οικογένεια και συγγενεύει με την Αρμενική και τη Φρυγική, δέ­χθηκε όμως επιδράσεις και από τις γλώσσες γειτονικών λαών (Παιόνων, Ιλλυριών και Σκυθών). Δεν σώζονται κατάλοιπά της, αλλά μέχρι τα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα αναφέρεται ως γλώσσα Βεσσών (lingua Bessorum). Διατηρήθηκαν κυρίως ονόματα προ­σώπων, θεών, φυλών, ποταμών ή το­πωνύμια. Χαρακτηριστικές θρακικές καταλήξεις θεωρούνται οι -dava, dixos, -para, -centus, -geri. Η απουσία γραπτών πηγών οδηγεί στο συμπέρα­σμα ότι οι Θράκες δεν είχαν γραφή.

Η εισαγωγή της ελληνικής γλώσσας άρχισε με τον αποικισμό των παρα­λίων και συνεχίστηκε με τις επιγαμίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της τελευταίας περίπτωσης η Ηγοσιπύλη, μητέρα τού Κίμωνος, η Αβρότονος. μητέρα του Θεμιστοκλή και ο ιστορικός Θουκυδίδης, απόγονος  Θράκα βασιλιά. Ο εξελληνισμός συνετίστηκε στα χρόνια του Φιλίππου της Μακεδονίας. Τον 3ο π.χ. αιώνα πολ­λοί Θράκες μιλούσαν και έγραφαν Ελληνικά. Από τον 2ο μ Χ. αιώνα φαίνεται ότι είχαν εντελώς εξελληνιστεί, ενώ από τον 5ο μ.Χ. αιώνα κ.ε. ήταν πια Ρωμαίοι, δηλαδή Έλληνες.

Προϊστορική εποχή. Η Παλαιολιθική εποχή μέχρι το 10000 Π.Χ. είναι γνωστή μόνο από λίγα εργαλεία στην περιοχή του Έβρου. Θα πρέπει όμως να υπάρξουν περισσότερα στοιχεία, αν μάλιστα κρί­νουμε από τις γειτονικές περιοχές (Μακεδονία, Μικρά Ασία, Βαλκάνια), όταν συνεχιστούν οι έρευνες.

Κατά τη Νεολιθική εποχή (4500-3000 π.Χ) πα­ρουσιάζεται μια έντονη ανάπτυξη: υπάρχουν του­λάχιστον 25 θέσεις, από τις οποίες έχουν ανασκα­φεί συστηματικά η Παραδημή, το Ντικιλί-Τας και το Φωτολείβος, και ο συνολικός πληθυσμός της περιοχής υπολογίζεται σε 20.000. Κατά την περίο­δο αυτή οι κάτοικοι ζούσαν σε σπίτια φτιαγμένα από πασσάλους, κλαδιά και πηλό, Ο πολιτισμός αυτής της περιόδου χωρίζεται σε τρεις φάσεις, με βάση τις θέσεις που έχουν ανασκαφεί:

1) της Παραδημής, που συγγενεύει με τα γειτονικά βουλγαρικά πρότυπα, με χαρακτηριστικά αγγεία τα μονόχρωμα σκούρα με γωνιώδες περίγραμμα και κερατοειδείς ή κομβιόσχημες αποφύσεις στις λαβές

2) του Ντικιλί-Τας και Φωτολείβ0υς, με τη χαρακτηριστική κεραμική σκούρου σε ανοιχτό βάθος (black-on-red)·

3) της διακόσμησης με γρα­φίτη στην κεραμική, που συγγενεύει με τους πολιτισμούς Μαρίτσα και Γκουμέλνιτσα και θεω­ρείται βαλκανικό δημιούργημα με παράλληλη ανά­πτυξη της ειδωλοπλαστικής.

Εποχή του Χαλκού (3000·1100 π.Χ.). Την εποχή αυτή παρατηρείται νέο πολιτιστικό ρεύμα από την Ανατολή, που βασίζεται στην εμφάνιση και ανά­πτυξη της μεταλλοτεχνίας. Στη Θράκη είναι επιβε­βαιωμένη μόνο η πρώιμη εποχή (3000-1900 π.Χ.), που δεν διαφέρει από τη νεολιθική. Η οικονομία στηρίζεται στη γεωργία και στην κτηνοτροφία, αλλά ο πληθυσμός παρουσιάζεται μειωμένος και είναι γνωστές μόνο 13 θέσεις. Γύρω στο 2000 Π.Χ. οι οικισμοί καταστρέφονται εκ θεμελίων και η καταστροφή αυτή συνδέθηκε με την εισβολή νέων φυλετικών στοιχείων από τον Βορρά, που θεωρού­νται ινδοευρωπαϊκά και αποτελούν την απαρχή της εγκατάστασης των θρακικών φύλων.

Η Μέση Χαλκοκρατία (1900-1600 π.Χ) και η Ύστερη (1600-1100 π.Χ.) δεν επιβεβαιώθηκαν ανασκαφικά, είναι όμως σχεδόν αδύνατο να μην υπήρξαν, αφού δείγματά τους απαντούν στις γειτονικές περιοχές (Βουλγαρία, Μικρά Ασία και Ρουμανία).

Εποχή του Σιδήρου-Γεωμετρικοί χρόνοι (110ς-70ς π.Χ. αιώνας). Η εποχή αυτή για τη Θράκη εντάσσε­ται ουσιαστικά στην προϊστορία της, γιατί δεν υπάρχουν γραπτές πηγές και οι πρώτες ιστορικές μαρτυρίες προέρχονται μόνο από τον 70 Π.Χ. αιώνα κ.εξ., οπότε άρχισαν οι αποστολές Ελλήνων αποίκων στα θρακικά παράλια. Για τις πόλεις της εποχής αυτής μιλούν ο Όμηρος (Ίσμαρος) και ο Στράβων (Ξάνθεια, Μαρώνεια, Ίσμαρος). Έχουν βρεθεί τμήματα ακροπόλεων και τάφοι που έδω­σαν αγγεία, χάλκινα κοσμήματα και σιδερένια εγχειρίδια.

Αρχαϊκή εποχή (70ς-60ς π.Χ. αιώνας). Οι άφθονες πλουτοπαραγωγικές πηγές της Θράκης έλκυσαν τους Έλληνες και τους οδήγησαν στα παράλιά της τον 70 Π.Χ. αιώνα, στα πλαίσια του β’ ελληνικού αποικισμού.

 Σημαντικότερες αποικίες είναι: Αμφίπολη, Αισύμη, Γαληψός, Νεά­πολη, ‘Αβδηρα, Δίκαια, Στρύμη, Μαρώνεια, Ορθα­γορία, Μεσημβρία Αιγαίου, Μεσημβρία Πόντου, Ζώνη, Σάλη, Δρυς, Αίνος, Βισάνθη, Πέρινθος, Σηλυβρία, Κάλλατις, Καρδία, Οδησσός, Α­πολλωνία, Αγχίαλος, Ίστρος, Σηστός, Βυζάντιο. Πολλές από αυτές έχουν εντοπιστεί (Δίκαια, Στρύ­μη, Σάλη), ενώ λίγες έχουν πλήρως ανασκαφεί (Αμφίπολη, Μαρώνεια, Μεσημβρία Αιγαίου, Ά­βδηρα).

Μετά τις πρώτες συγκρούσεις, οι Θράκες και οι Έλληνες άρχισαν να συνεργάζονται και να έχουν έντονες εμπορικές σχέσεις, που θα οδηγήσουν στον εξελληνισμό των πρώτων. Από την εποχή αυτή και για αρκετούς αιώνες αργότερα, η ελληνι­κή παρουσία θα είναι πολύ έντονη και θα δώσει πολλά ελληνικά χαρακτηριστικά στον ντόπιο θρα­κικό πολιτισμό.

Το 513 π.Χ., όταν ο Δαρείος εξεστράτευσε κατά των Σκυθών, το ανατολικό τμήμα της Θράκης καταλήφθηκε από τους Πέρσες. Το 492 π.Χ., όταν ο Μαρδόνιος επιχείρησε το ίδιο εναντίον της Ελλάδος, οι Θράκες του προξένησαν μεγάλες καταστροφές. Το 480 π.Χ., κατά την εκστρατεία του Ξέρξη, μερικές φυλές ‘τάχθηκαν με το μέρος του, ενώ άλλες αρνήθηκαν να συμπράξουν και κατέφυγαν στην ορεινή Ροδόπη.

Κλασική εποχή (50.-40. π.Χ. αιώvας). Μετά την αποχώρηση των Περσών, οι Θράκες συγκροτήθη­καν σε βασίλεια και δημιούργησαν ισχυρά κράτη. Πιο γνωστό είναι αυτό των Οδρυσών, που ίδρυσε ο Τήρης (480-460 π.Χ.). Κατά τη διόρκεια της Βασιλείας του, οι Αθηναίοι ενσωμότωσαν τις παράλιες πόλεις στην Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία (478 π.Χ.), την οποία αναγνώρισαν οι Θράκες και στην οποία πλήρωναν τον ετήσιο «Θράκιο φόρο».

Τον Τήρη διαδέχθηκε ο Σιτάλκης Α’ (455-424 π.Χ.), που επεξέτεινε το Βασίλειό του από τον Στρυμόνα ως τον Εύξεινο και από το Αιγαίο ως τον Δούναβη, κατασκεύασε δρόμους, κατάρτισε πεζι­κό και ιππικό και συνέβαλε σημαντικά στον εξελ­ληνισμό και εκπολιτισμό του κρότους του, που είχε ήδη αρχίσει από την αρχαϊκή εποχή. Το 431 Π.Χ. στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο Σιτάλκης συμμάχησε με τους Αθηναίους και εξε­στράτευσε το 429 Π.Χ. εναντίον του Περδίκκα της Μακεδονίας χωρίς επιτυχία. Όταν όμως οι Αθη­ναίοι δεν τον βοήθησαν, ο Σιτάλκης συμμάχησε με τον Περδίκκα. Γυρίζοντας στη χώρα του, αντιμε­τώπισε τους επαναστατημένους Τριβαλλούς, αλλά σκοτώθηκε στη μάχη. Τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του Σεύθης Α’ (424-415 π.Χ.), που οδήγησε τη χώρα σε μεγάλη δόξα και ακμή. Διατήρησε φιλικές σχέσεις με όλους τους γειτονικούς λαούς και έμεινε ουδέτερος κατά τον υπόλοιπο Πελοποννη­σιακό πόλεμο.

Μετά τον θάνατό του, η ενότητα του κρότους του κλονίστηκε. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Μήδο­κος ή Αμόδοκος (415-391 π.Χ.), που κράτησε την κεντρική Θράκη, με πρωτεύουσα την Αδριανούπο­λη, ενώ ο συγγενής του Μαισόδης έγινε βασιλιάς των νοτιοανατολικών παραλίων, με πρωτεύουσα τη Βιζύη και ο Ευρύξελμις Α’ (389-384 π.Χ.) κράτησε την περιοχή δυτικά του Έβρου με έδρα τα Κύψελα. Πολλές φυλές όμως έμειναν ανεξάρτητες.

Όταν, το 404 π.Χ., οι Αθηναίοι νικήθηκαν στους Αιγός Ποταμούς από τους Σπαρτιάτες, τα θρακικά παράλια περιήλθαν στον σπαρτιατικό έλεγχο και τα δημοκρατικά τους πολιτεύματα καταλύθηκαν.

Μεταξύ 405 και 391 Π.Χ. βασιλιάς ήταν ο Σεύθης Β’, Αυτόν τον διαδέχθηκε ο Κότυς Α’, σύμμαχος των Αθηναίων (384-359 π.Χ.), που ενοποίησε και πάλι το κρότος του. Η συμμαχία του όμως με τους Αθηναίους διαλύθηκε το 361 Π.Χ. και έναν χρόνο αργότερα ο Κότυς δολοφονήθηκε ως εχθρός της ελευθερίας. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Κερσοθλέ­πτης (359-341 π.Χ.), που όμως αναγκάστηκε να μοιραστεί το Βασίλειό του με τα αδέλφια του, Θηρισόδη και Αμάδοκο. Με τον τελευταίο συμμάχησε ο Φίλιππος, που είχε αρχίσει να εφαρμόζει επεκτατική πολιτική στη Θράκη, ενώ οι Αθηναίοι βοήθησαν τον Κερσοθλέτττη. Μετά την κατάληψη της Ολύνθου από τους Μακεδόνες (348 π.Χ.), ο Φίλιππος κατέλαβε σταδιακό πολλές πόλεις και φρούρια της Θράκης. Η μακεδονική εξουσία επε­κτάθηκε σε όλη τη χώρα μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.). Τότε ιδρύθηκαν και πολλές μακεδονικές αποικίες για πολιτικούς λόγους.

Ο Αλέξανδρος, ακολουθώντας την πολιτική του πατέρα του, πολέμησε και υπέταξε τις θρακικές φυλές στον Αίμο (335 π.Χ.) και εγκατέστησε ελλη­νικές φρουρές σε στρατηγικά σημεία. Στην εκ­στρατεία του στην Ασία πήραν μέρος και πολλοί Θράκες, ενώ επιτηρητής έμεινε ο στρατηγός Μέμνων. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του όμως σημειώθηκαν εξεγέρσεις, που κατεστάλησαν σχε­δόν αμέσως από τον Αντίπατρο (332 π.Χ.).

Ελληνιστική εποχή (3ος – 1ος π.Χ. αιώνας). Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, η διοίκηση της Θράκης περιέρχεται στον Λυσίμαχο, που το 306 π.Χ. κήρυξε τον εαυτό του βασιλιά της Θράκης. Το 301 π.Χ., με τον Κάσσανδρο και τον Σέλευκο, ο Λυσίμαχος νίκησε τον Αντίγονο και τον Δημήτριο στη μάχη της Ιψού, ενώ το 281 π.Χ., στη μάχη του Κόρα, νικήθηκε και σκοτώθηκε. Στον θρόνο της Θράκης ανέβηκε ο Πτολεμαίος Κεραυνός και η γυναίκα του Αρσινόη. Το 280 π.Χ. άρχισαν οι επιδρομές των Γαλατών, οι οποίοι το 273 π.Χ. ίδρυσαν κράτος στη Θράκη και υποδούλωσαν τον θρακικό λαό για 60 χρόνια. Το 213 π.Χ. οι Θράκες ανέκτησαν την ελευθερία τους και επί Φιλίππου Ε’ της Μακεδονίας (208 π.Χ.) δέχθηκαν και πάλι μακεδονική κυριαρχία. Από τότε άλλαξαν πολλούς κυριάρχους. Το 183 π.Χ. όμως, οι θρακικές πόλεις παραχωρήθηκαν στον σύμμαχο των Ρωμαίων Ευ­μένη της Περγάμου.

Το 180 π.Χ., ο βασιλιάς Κότυς Β’ συμμάχησε με τον Περσέα εναντίον των Ρωμαίων, αλλά μετά την ήττα τους στη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) αναγνώ­ρισε τη ρωμαϊκή επικυριαρχία. Από τότε και στο εξής οι βασιλείς της Θράκης υπήρξαν πειθήνια όργανα των Ρωμαίων.

Ρωμαιοκρατία (1ος π.Χ. αιώνας-3ος μ.Χ. αιώνας). Τον Κότυ Β’ διαδέχθηκε ο εγγονός του Κότυς Γ’ (57-48 π.Χ.), φίλος του Καίσαρος. Αυτόν διαδέχτη­καν ο Ραισκούπορης Α’ (48-42 π.Χ.), που διοικούσε την ανατολική του Έβρου περιοχή, και ο Ράσκος, που διοικούσε τη δυτική περιοχή μέχρι τους Φιλίππους. Αυτούς διαδέχθηκαν, αντίστοιχα, ο Ροιμητάλκης Α’ και ο Ραισκούπορης Β’. Στα χρόνια τους εξεγέρθηκαν οι Βέσσοι με αρχηγό τον Ουλογαίση. Ο Ραισκούπορης Β’ σκοτώθηκε στη μάχη, ενώ ο Ροιμητάλκης Α’ σώθηκε και με τη βοήθεια των Ρωμαίων έγινε βασιλιάς όλης της Θράκης (7 π.Χ. -12 μ.Χ.).

Τον Ροιμητάλκη Α’ διαδέχθηκε ο Κότυς Δ’, ο Μέγας, φίλος τού Αυγούστου, που ολοκλήρωσε τον εξελληνισμό των Θρακών. Μετά τον θάνατο του, η Θράκη πάλι μοιράστηκε από τον Τιβέριο στον Κότυ Ε’ (ανατολική) και Ροιμητάλκη Β’ (δυτι­κή). Τελευταίος Θράκας βασιλιάς υπήρξε ο Ροιμητάλκης Γ’ (38 μ.Χ.), φίλος του Γάιου Καλλιγούλα. Μετά τον θάνατο του, η Θράκη έγινε ρωμαϊκή επαρχία με πρωτεύουσα την Πέρινθο. Χωρίστηκε σε διοικητικές περιφέρειες, 50 κατά τον Πλίνιο, 14 κατά τον Πτολεμαίο. Με τη ρωμαϊκή κατάκτηση τα όρια της Θράκης περιορίστηκαν μεταξύ Αίμου, Αιγαίου, Ευξείνου και Νέστου. Το τμήμα μεταξύ Αίμου και Δούναβη ονομάστηκε Μοισία και όλη η Χερσόνησος του Αίμου, που ήταν στη δικαιοδοσία Ρωμαίου ανθυπάτου, ονομάστηκε Ιλλυρικό.

Η ρωμαιοκρατία του 2ου και 3ου μ.Χ. αιώνα υπήρξε μια μεγάλη περίοδος ειρήνης, που ευνόησε την οικονομική, πνευματική και πολιτιστική άνοδο των Θρακών και ολοκλήρωσε τον εξελληνισμό τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν οι αυτοκράτορες Τραϊανός και Αδριανός, οι οποίοι ίδρυσαν πολλές πόλεις. Τον 3ο μ.Χ. αιώνα όμως άρχισαν πάλι οι βαρβαρικές επιδρομές, που συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια. Πιο σημαντικές ήταν οι γοτθικές επιδρομές επί Δεκίου και Βαλεριανού, οι οποίοι ερήμωσαν τη χώρα και έφθασαν ως τα παράλια. Αργότερα, ο αυτοκράτορας Κλαύδιος Αυρήλιος (268-270 μ.Χ.) τους νίκησε στη Ναϊσσό και τους απώθησε.

Η βυζαντινή περίοδος: Κατά τη βυζαντινή περίοδο συνεχίστηκε η ακμή της ρωμαϊκής εποχής. Η μεταφορά της πρωτεύου­σας της αυτοκρατορίας από την Παλαιά στη Νέα Ρώμη, μετέπειτα Κωνσταντινούπολη (330), άνοιξε νέα περίοδος στην ιστορία της Θράκης, που έγινε πλέον το πιο ζωτικό τμήμα για τη ζωή της αυτοκρατορίας. Κατά τη διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού (284-305) η Θράκη οργανώθηκε σε αυτοδύναμη Διοίκηση (Dioecesis Thracia ή Thraciae) με έξι επαρχίες: Θράκης, Αιμιμόντου, Ροδό­πης ,Ευρώπης, Κάτω Μοισίας και Μικρής Σκυθίας. η Διοίκηση της Θράκης ανήκει οργανικά στην υπαρχία (praefectura) της Ανατολής, αλλά η συνο­χή της προς την Κωνσταντινούπολη της εξασφάλιζε πάντοτε σημαντική ακτινοβολία στη ζωή της Αυτοκρατορίας. Η διάδοση του χριστιανισμού στη Θράκη ήδη από την αποστολική εποχή και η ευρύτατη επικοινωνία με τον χριστιανικό κόσμο της Ανατολής και της Δύσης εξηγούν την επιρροή των επισκόπων της Θράκης στα εκκλησιαστικά πράγματα κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Ο μητροπολίτης Ηράκλειας της επαρχίας Θράκης συμμετείχε ως πληστόχωρος στη χειροτονία του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως (330-451) και ως σημαντικός μητροπολίτης του πατριαρχεί­ου Κωνσταντινουπόλεως μετά το 451.

Η άρτια οργάνωση του δημόσιου και του εκκλη­σιαστικού βίου εξασφάλιζε την αντοχή στις ποικί­λες ληστρικές επιθέσεις των βαρβαρικών φύλων, τα οποία κινούνταν στις βόρεια από τον Δούναβη περιοχές και επιδίωκαν να εγκατασταθούν στις επαρχίες της αυτοκρατορίας στη Χερσόνησο του Αίμου. Κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα η Θράκη γνώρισε την καταστροφική αγριότητα των Βησιγότθων και των Οστρογότθων, οι οποίοι με έγκριση του Βυζαντινού αυτοκράτορα εισέδυσαν στη Χερσόνησο του Αίμου. Οι ληστρικές επιδρομές τους ανάγκασαν τον αυτοκράτορα Ουάλη να αναλάβει εκστρατεία εναντίον τους, αλλά το 378 νικήθηκε στη μάχη της Αδριανουπόλεως και φονεύθηκε. Ο γοτθικός κίνδυνος έγινε σοβαρός για την επιβίωση της αυτοκρατορίας, αλλά ο Μέγας Θεοδόσιος (379-395) πέτυχε να επιβάλει την επικυριαρχία του και να τούς απομακρύνει προοδευτικά από τον ζωτικό για την αυτοκρατορία χώρο της Θράκης. Κατά την περίοδο της Βασιλείας του Θεοδοσίου Β’ (408-450) έκαναν αισθητή την παρουσία τους με αλλεπάλληλες ληστρικές επιδρομές οι Ούννοι με αρχηγό τον Αττίλα, η δε αυτοκρατορία αναγκάστηκε όχι μόνο να καταβάλει μεγάλη οικονομική επιχορήγηση, αλλά και να εγκρίνει την εγκατάσταση των Ούννων στη Χερσόνησο τού Αίμου (443) μέχρι την απομάκρυνσή τους προς τις δυτικές επαρχίες. Κατά το δεύτερο μισό τού 5ου και τις αρχές τού 6ου αιώνα γίνεται αισθητή η ισχυρή οργάνωση τού κράτους των Αντών στα βόρεια του Εύξεινου Πόντου, μεταξύ των ποταμών Δνειπέρου και Δνειστέρου. Οι Άντες, μαζί με διάφορα υποταγμένα σε αυτούς σλαβικά φύλα, επιχείρησαν αλλεπάλληλες ληστρικές επιδρομές στη Χερσόνησο τού Αίμου και απείλησαν τα ίδια τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Το 498-499 νίκησαν τα βυζαντινά στρατεύματα, λεηλάτησαν τις επαρχίες Μοισίας και Θράκης και έσπειραν τον πανικό στη βασιλεύουσα. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α’ (491-518) αναγκάστηκε να ενισχύσει τα οχυρωματικά έργα και να υψώσει αμυντικό τείχος είκοσι ποδών (507-612) για να αποκλείσει τη Χερσόνησο του Μαρμαρά από τους βαρβαρικούς κινδύνους του Βορρά. Το τείχος αυτό εκτεινόταν από τη Σηλυμβρία μέχρι τα Δέρκα. Οι επιδρομές των βαρβάρων Αντών, Ούννων και Σλάβων συνεχίστηκαν στη Θράκη κατά την περίοδο της Βασιλείας του lουστινιανού (527-565) και απείλησαν όλες τις επαρχίες της Χερσονήσου του Αίμου (534, 540, 549, 558-559). Ο Ιουστινιανός αναγκάστηκε να ενισχύσει τα οχυρω­ματικά έργα στη Θράκη και να καταβάλει τεράστια ποσά για την εξαγορά της γαλήνης στην περιοχή.

Η προοδευτική παρακμή του κράτους των Αντών συνδυάστηκε με τη σύντομη ανάπτυξη του κράτους των Αβάρων, οι οποίοι συνέχισαν τις ληστρικές επιδρομές στη Θράκη και το 626, με τη συνδρομή και διαφόρων σλαβικών φύλων, πολιόρ­κησαν και απείλησαν την ίδια την Κωνσταντινού­πολη, επωφελούμενοι από την απουσία του αυτο­κράτορα Ηρακλείου και του βυζαντινού στρατού σε εκστρατεία εναντίον των Περσών. Κατά το τέλος τού 7υυ αιώνα συντελέστηκε η εγκατάστα­ση των Βουλγάρων με αρχηγό τον Ασπαρούχ (Ισπερίχ) στο Δέλτα του Δούναβη, η δε αποτυχία τού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δ’ του Πωγωνάτου (668-685) να τους απωθήσει (679) αλλοίωσε την εικόνα της βόρειας Θράκης, γιατί οι Βούλγα­ροι προοδευτικά εγκαταστάθηκαν στην Κάτω Μοι­σία και παρενοχλούσαν με ληστρικές επιδρομές τις άλλες επαρχίες της Θράκης. Οι συγκρούσεις Βυζαντινών και Βουλγαροσλάβων στη Θράκη έγι­ναν συνήθεις, αλλά κατά την περίοδο της πανί­σχυρης δυναστείας των Ισαύρων οι Βούλγαροι δεν αποτολμούσαν προκλήσεις. Ο αυτοκράτορας Κων­σταντίνος Ε’ (741-775) ανέλαβε πολλές εκστρατείες εναντίον των Βουλγάρων και με συνεχείς  εποικισμούς πληθυσμών από τη Συρία, κυρίως  Παυλικιανών, προσπάθησε να ενισχύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της βόρειας Θράκης και ιδιαίτερα της περιοχής της Φιλιππούπολης. Ωστό­σο, η βουλγαρική απειλή ήταν πάντοτε αισθητή, ιδιαίτερα σε περιόδους εσωτερικής κρίσης στην αυτοκρατορία. Η Ειρήνη η Αθηναία έδειξε ιδιαίτε­ρη ευαισθησία για την ενίσχυση των οχυρωματικών έργων στις πόλεις της Φιλιππούπολης και της Αγχιάλου, αλλά οι εσωτερικές διαμάχες της αυτο­κρατορίας μεταξύ εικονοφίλων και εικονομάχων διευκόλυναν την εκδήλωση των ληστρικών επι­δρομών των Βουλγάρων με επικεφαλής τον φιλό­δοξο αρχηγό τους Κρούμμο, ο οποίος είχε επεκτείνει σημαντικά την κυριαρχία του προς Νότο. Κατά τους βυζαντινοβουλγαρικούς πολέμους των αρχών τού 8ου αιώνα τα βυζαντινά στρατεύματα γνώρισαν ταπεινωτικές ήττες, ο δε Κρούμμος έθετε ως όρο για την ειρήνη την αναγνώριση της βουλγαρικής κυριαρχίας μέχρι των Μηλεώνων*, δηλαδή μέχρι τις νοτιοανατολικές περιοχές της Χερσονήσου του Αίμου, και επικαλούνταν προγε­νέστερες συνθήκες, οι οποίες, κατά τον Θεοφάνη, «του όρους περιείχον από Μηλεώνων της Θράκης», Αναφερόταν αναμφιβόλως σε δικές του προτάσεις για ειρήνευση και όχι για συνθήκες προγενέστερες, οι οποίες είναι άγνωστες στις πηγές τουλάχιστον με ανάλογο περιεχόμενο. Η νίκη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Λέοντος Ε’ του Αρμενίου (813-820) στη Μεσημβρία (814) και η διάλυση του βουλγαρικού στρατού του Κρούμμου δεν άφηναν περιθώρια για τις βουλγαρικές διεκδι­κήσεις στη Θράκη. Ο διάδοχος του Κρούμμου Ομουρτάγ (814-831) αναγκάστηκε να δεχθεί τους όρους των Βυζαντινών για τη συνομολόγηση της ειρήνης, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το τέλος του 9ου αιώνα.

Διοικητικά η Θράκη είχε οργανωθεί ήδη από το τέλος τού 7ου αιώνα σε “θέμα”, σύμφωνα με την ευρύτερη “θεματική” διοικητική μεταρρύθμιση της αυτοκρατορίας κατά τον 7ο και τον 8ο αιώνα. Από τις αρχές τού 9υυ αιώνα υποδιαιρέθηκε σε μικρότερα θέματα (Θράκης, Μακεδονίας, Στρυμό­νος) για την αμεσότερη απόκρουση των βαρβαρι­κών επιδρομών. Ωστόσο, κατά την περίοδο της ηγεμονίας του Συμεών (893-927) στη Βουλγαρία ξέσπασαν νέοι βυζαντινοβουλγαρικοί πόλεμοι με οδυνηρές συνέπειες για την περιοχή της Θράκης, μεγάλο μέρος της οποίας καταλήφθηκε από τον Συμεών. Ο γιος και διάδοχος του Συμεών Πέτρος ήταν φιλειρηνικός και δέχθηκε την υπογραφή συνθήκης ειρήνης με τους Βυζαντινούς έναντι ετήσιας επιχορήγησης και αναγνώρισης ορισμέ­νων κατακτήσεων στα βόρεια της Φιλιππούπολης. Η απόφαση του Νικηφόρου Φωκά (963-969) να αποδεσμευθεί από τους όρους της ειρήνης είχε ως συνέπεια την κινητοποίηση του ηγεμόνα της Κιεβικής Ρωσίας Σβιατοσλάβου εναντίον των Βουλγάρων για λογαριασμό του Βυζαντίου. Ωστό­σο, ο Σβιατοσλάβος, σε συνεργασία με τον Βυζα­ντινό πατρίκιο Καλοκυρό, οραματίστηκε την κατά­κτηση της Βουλγαρίας για λογαριασμό του και προκάλεσε τους βυζαντινορρωσικούς πολέμους στη Βουλγαρία (969-971), οι οποίοι έληξαν με θρίαμβο του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή (969- 976) και με την προσάρτηση στην αυτοκρατορία ολόκληρης της Βουλγαρίας. Τα γεγονότα αυτά είχαν τόσο τις αρνητικές όσο και τις θετικές συνέπειες στη ζωή της Θράκης. Η Βουλγαρία αφομοιώθηκε στη διοικητική οργάνωση του Βυζα­ντίου και έπαυσε και οι αρχικές επιτυχίες στις επιδρομές του μέχρι και το θέμα της Ελλάδος δεν είχαν συνέχεια. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος (976-1025), με αλλεπάλληλες νίκες εναντίον του Σαμουήλ, περιόριζε συνεχώς την επιρροή του μέχρι την τελική εξόντωση του βουλγαρικού στρατού στη μάχη του Κλειδίου (1014). Τελικά, η Βουλγαρία του Σαμουήλ προσαρτήθηκε πάλι στον διοικητικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας. Οι επα­ναστάσεις τού 11ου αιώνα δεν άλλαξαν την κατά­σταση, αλλά η δράση των αιρετικών Παυλικιανών και των Βογομίλων δεν άφησε ανεπηρέαστη τη ζωή της Θράκη.

Κατά την περίοδο της δυναστείας των Κομνη­νών ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Θράκη ήταν οι ληστρικές επιδρομές των Πετσενέγκων και κατά τον 12ο αιώνα των Νορμανδών, οι οποίοι μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης (1185) κατέλαβαν και λεηλάτησαν διάφορες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Η ανασύσταση του βουλγαρικού κράτους (1186) συνδυάστηκε με ληστρικές επιδρομές στις επαρχίες της Θράκης, ενώ μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυρο­φόρους (1204) οι Βενετοί κατέλαβαν την Αδρια­νούπολη και τις παράλιες πόλεις της Σηλυμβρίας, Καλλιπόλεως και Ραιδεστού, που ήταν αξιόλογα εμπορικό λιμόνια. Η Θράκη κατά την περίοδο αυτή έγινε πεδίο διεκδίκησης των Βυζαντινών, των Φράγκων και των Βουλγάρων. Οι Βυζαντινοί, σε συνεργασία με τον ηγεμόνα των Βουλγάρων Ιωαν­νίτζη, νίκησαν τους Φράγκους, ενώ αργότερα σε συνεργασία με τους Φράγκους νίκησαν τους Βουλγάρους για να εξουδετερώσουν τα φιλόδοξα σχέδια τού Ιωαννίτζη. Ο Βυζαντινός στρατηγός Θεόδωρος Βρανάς, ανέκτησε την Αδριανούπολη, το Διδυμότειχο και τις γύρω περιοχές και θεμελίω­σε τα φιλόδοξα σχέδια της αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Ο βασιλιάς της Νίκαιας Ιωάννης Βατάτζης (1222-1254), σε συνεργασία με τον ηγεμόνα των Βουλγάρων Ασέν, ανέκτησε μεγάλο μέρος της Θράκης, η οποία κατά την περίοδο αυτή των πολλαπλών συγκρούσεων γνώρισε την αγριότητα και τη ληστρική μανία όχι μόνο των Βουλγάρων, αλλά και των Φράγκων. Η απώθηση των Βουλγάρων από την περιοχή της Ροδόπης και μέχρι τα όρια της Φιλιππούπολης εξασφάλισε στην αυτο­κρατορία τις σημαντικότερες περιοχές της Θρά­κης.

Κατά την περίοδο της δυναστείας των Παλαιο­λόγων η Θράκη παρακολούθησε τη ζωή της αυτο­κρατορίας. Η διαίρεσή της σε πολλά μικρά θέματα δεν διευκόλυνε την αποτελεσματική άμυνά της. Κατά την περίοδο της Βασιλείας του Ανδρονίκου Β’ Παλαιολόγου (1282-1328) πολλές πόλεις (Καλλί­πολη, Λυσιμάχεια, Περίσταση, Ηράκλεια, Γάνος, Πάνιο, Ραιδεστός) και η ύπαιθρος χώρα της Θρά­κης γνώρισαν τη ληστρική και καταστρεπτική μανία της Καταλανικής Εταιρείας. Κατά την περί­οδο των δυναστικών ερίδων τού 14ου αιώνα, η αυτοκράτειρα Άννα συνομολόγησε συνθήκη με τον ηγεμόνα των Βουλγάρων Ιβάν Αλέξανδρο (1346) για να εξουδετερώσει τα φιλόδοξα σχέδια του Ιωάννη Καντακουζηνού, παραχώρησε δε στον Βούλγαρο ηγεμόνα την περιοχή Στενημάχου και Τζεπαίνης μαζί με τη Φιλιππούπολη.

Το 1348 εισέβαλαν για πρώτη φορά οι Τούρκοι στη Θράκη με επικεφαλής τον Γαζή Σουλεϊμάν και κατέλαβαν σημαντικές πόλεις (Καλλίπολη, Λυσι­μάχεια, Καστάμπολη κ.λπ.), τις οποίες εγκατέλει­ψαν μετά την ήττα τους από τον βυζαντινό στρατό. Το 1359 ο σουλτάνος Μουράτ πέρασε με στρατό στη Θράκη και από το 1361 κατέλαβε τις σημαντικότερες πόλεις της (Καλλίπολη, Διδυμό­τειχο, Αδριανούπολη κ.ά.), ενώ όρισε την Αδρια­νούπολη πρωτεύουσα του νέου κράτους των Οσμανλιδών Τούρκων. Μετά από μια δεκαετία, ο Έλληνας αρνησίθρησκος στρατηγός των Τούρκων Γαζή Εβρενός κατέλαβε την Κομοτηνή και τη Δ. Θράκη, ο δε Λαλα Σαχίν τη Φιλιππούπολη και την περιοχή της. Μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) ολόκληρη σχεδόν η Θράκη είχε περιέλθει στην τουρκική κυριαρχία και ενσωματώθηκε στο οθωµανικό κράτος. Β. ΦΕΙΔΑΣ [Π]

Νεώτερη περίοδος Έναν αιώνα πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης οι Οθωμανοί Τούρκοι είχαν καταλάβει μεγάλο τµήμα της Θράκης και είχαν δημιουργήσει τα ερείσματα που θα τους βοηθούσαν να επιπεδώσουν την κυριαρχία τους στην Ευρώπη. Στις αρχές Μαρτίου 1354 έγιναν κύριοι της Καλλίπολης, που τα τείχη της είχαν καταστραφεί από ισχυρό σει­σμό, και ακολούθησε η κατάληψη άλλων πόλεων της περιοχής. Το πλήγμα για τη βυζαντινή αυτο­κρατορία ήταν βαρύ, όχι µόνο για τη στρατηγική σημασία της πόλης, αλλά και επειδή τα Δαρδανέλ­λια ελέγχονταν από τους Τούρκους, που εύκολα τώρα μπορούσαν να μεταφέρουν στρατεύματα από τη Μικρά Ασία στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Οι Τούρκοι φρόντισαν αμέσως για την ανοικοδόμηση των τειχών και στις ναυτικές εγκαταστάσεις της Καλλίπολης οργανώθηκε ναυτική δύναμη για τις επόμενες επιχειρήσεις τους. Στο μεταξύ η εσωτε­ρική κρίση του Βυζαντίου διευκόλυνε τους Τούρ­κους, που το 1361 µε επικεφαλής τον Μουράτ Α’ (1360-1389) κατέλαβαν την Αδριανούπολη, ενώ τον προηγούμενο χρόνο είχε καταληφθεί το Διδυμότειχο. Ακολούθησε το 1363 η κατάληψη της Φιλιππούπολης και άλλων πόλεων και το 1365 η Αδριανούπολη έγινε έδρα του σουλτάνου.

Στην περίοδο της τουρκοκρατίας, που συνεχί­στηκε αδιάκοπη επί έξι αιώνες, ο πληθυσμός της Θράκης δοκιμάστηκε επανειλημμένα, καθώς η περιοχή αποτελούσε πέρασμα των τουρκικών στρατευμάτων κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις των Οθωμανών στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο πληθυσμός αυτός, κατά βάση αγροτικός, εργαζό­ταν αποκλειστικά για τους μεγάλους Τούρκους γαιοκτήμονες και τα βακούφια της περιοχής, δημιουργήθηκαν όμως σε αυτήν και αξιόλογα εμπορικά κέντρα, σημαντικότερο από τα οποία ήταν η Αδριανούπολη. Η πόλη αυτή, που ο Εβλιγιά Τσελεμπή (17ος αιώνας) τη χαρακτηρίζει ως µια από τις τρεις ωραιότερες πόλεις που γνώρισε, έμεινε επί αιώνες η δεύτερη έδρα των σουλτάνων, ιδιαίτερα σε εποχές πολέμων, και αυτός είναι ο λόγος της δημιουργίας λαμπρών δημόσιων κτι­σμάτων, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε το τζαμί που ίδρυσε ο σουλτάνος Σελίμ Β’ το 1574. Στην Αδριανούπολη, που η ανάπτυξή της οφείλεται στην έξοχη γεωγραφική της θέση πλάι στον Έβρο, είχε συγκεντρωθεί τον 18ο αιώνα πληθυσμός 100.000 περίπου και την ίδια εποχή αναφέρονται σε αυτήν 32 συντεχνίες, από τις οποίες κυριότε­ρες ήταν των γουναράδων, των ραφτάδων, των ξυλεμπόρων και των μυλωνάδων. Ιδιαίτερη επίδο­ση παρουσίασε η βιοτεχνία μάλλινων και μεταξωτών ειδών, που εξάγονταν κυρίως στη Σµύρνη, στη Χίο και στη Θεσσαλονίκη.

Στη βόρεια Θράκη (ανατολική Ρωμυλία) η Φιλιπ­πούπολη εξελίχθηκε σε σπουδαίο κέντρο του ελληνισμού κατά τον 18ο αιώνα. Το 1786 οι Έλληνες ήταν διπλάσιοι από όλους τους άλλους κατοίκους (Τούρκους, Βουλγάρους και Αρμενίους), οι περισσότερες εκκλησίες ήταν ελληνικές και οι ισχυρότερες συντεχνίες είχαν συσταθεί από Έλληνες. Η δραστηριότητα των βιοτεχνών και των εμπόρων της Φιλιππούπολης απλώθηκε γρήγορα στις πόλεις της Ιωνίας, στη Βλαχία και στη Μολδα­βία, στην Ουγγαρία και στη Νότια Ρωσία. Λίγο μετά τα μέσα του 18ου αιώνα οι Φιλιππουπολίτες φθά­νουν ως την Καλκούτα των Ινδιών, όπου οργανώ­νονται σε κοινότητα και χτίζουν τον ναό της Μεταφορτώσεως του Σωτήρος. Σημαντική ανά­πτυξη παρουσίασε και η Ραιδεστός, µε την επίκαι­ρη θέση της στην Προποντίδα, ενώ η Καλλίπολη και ο Αίνος αναπτύχθηκαν κυρίως από τη ναυτιλία. Η ναυτική δραστηριότητα του Αίνου, κατά το τέλος τού 18ου αιώνα, είναι ανάλογη µε την άνθηση που παρατηρήθηκε στον τομέα αυτό στα νησιά του Αιγαίου Πελάγους.

Εκτός από την οικονομική δραστηριότητα του πληθυσμού, σημειώθηκε και ανάπτυξη της παι­δείας, ιδιαίτερα κατά τον 18ο αιώνα. Στην Αδρια­νούπολη μαρτυρείται σχολή που η ακμή της τοποθετείται στις αρχές του 18ου αιώνα. Στη Φιλιππούπολη το 1780 οικοδομήθηκε ειδικό κτή­ριο για τη λειτουργία σχολείου, πριν όμως από αυτό λειτουργούσαν μικρότερες σχολές µε αξιό­λογους δασκάλους. Στη Ραιδεστό, µε φροντίδα της κοινότητας, λειτούργησε στο τέλος τού 18ου αιώνα σχολή, την οποία ενίσχυσαν οικονομικά οι συντεχνίες και ο μητροπολίτης Ηρακλείας Μεθό­διος ο Λέριος. Άλλα αξιόλογα σχολεία λειτούργη­σαν στον Αίνο, στα Γανόχωρα, στην Καλλίπολη, στο Μυριόφυτο, στις Σαράντα Εκκλησίες, στη Στενήµαχο, στη Σωζόπολη Κ.α. και έντονη υπήρξε η παρουσία λόγιων Θρακών, κληρικών και λαϊκών, στον ελληνικό χώρο και στις ελληνικές παροικίες τού εξωτερικού κατά την περίοδο της τουρκοκρα­τίας.

Μολονότι στη Θράκη δεν ήταν δυνατόν να εκδηλωθεί επαναστατικό κίνημα λόγω της γειτνία­σής της µε την Κωνσταντινούπολη, εν τούτοις ικανός αριθμός Θρακών έλαβε μέρος στον Αγώνα του 1821. Από τη Φιλιππούπολη καταγόταν ο Αντώνιος Κομιζόπουλος, βασικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας, όπως επίσης ο Κυριάκος και ο Σταμάτης Κουμπάρης από τη Μεσημβρία. Σε δεκά­δες ανέρχονται οι Θράκες που πολέμησαν µε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπως επίσης και σε μέτωπα της κυρίως Ελλάδας, και σημαντική υπήρξε η συμβολή του ναυτικού του Αίνου στις επιχειρήσεις εναντίον τού τουρκικού στόλου στο Αιγαίο. Εκτός από τον Αντώνη Βισβίζη και τη γυναίκα του Δόμνα, που διέθεσαν το πλοίο τους και την περιουσία τους στον ναυτικό αγώνα και έλαβαν μέρος στις ναυμα­χίες του Αγίου Όρους, της Σάμου, του Ευρίπου κ.α., πολλοί άλλοι, κυρίως Αινίτες, ναυτικοί διακρί­θηκαν στις συγκρούσεις µε τους Τούρκους στη θάλασσα.

Μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, η Θράκη, όπως και οι άλλες βόρειες ελληνικές επαρχίες, εξακολουθούσε να παραμένει υπό την τουρκική κυριαρχία, οι κάτοικοι όμως δεν έμειναν αμέτοχοι στα απελευθερωτικά κινήματα που εκ­δηλώθηκαν σε υπόδουλες περιοχές, στη Μακεδο­νία, στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία και στην Κρήτη. Σε εκατοντάδες ανέρχονται οι Θράκες που εντά­χθηκαν ως εθελοντές σε στρατιωτικά σώματα και σε μεγάλα ποσά οι οικονομικές ενισχύσεις που προσέφεραν. Η πνευματική και οικονομική δρα­στηριότητα συνεχίστηκε, κυρίως στις μεγάλες πόλεις, όπου ιδρύθηκαν νέα εκπαιδευτήρια και πολιτιστικοί σύλλογοι και όπου αναπτύχθηκαν µε ταχείς ρυθμούς η βιοτεχνία και το εμπόριο.

 Από τα τέλη τού 190υ αιώνα ως τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο

 Με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878), που τερμάτισε τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο τού 1877, οι περισσότερες θρακικές περιοχές, ως τα παράλια τού Αιγαίου, περιήλθαν στην αυτόνο­μη βουλγαρική ηγεμονία που ιδρύθηκε από τον Δούναβη ως το Αιγαίο, ως συνέπεια του επανα­στατικού αγώνα των Βουλγάρων κατά της Οθωμα­νικής Αυτοκρατορίας και της συμμετοχής τους στον πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας. Η διευθέτηση αυτή όμως στον βαλκανικό χώρο βρήκε αντίθε­τες τις ευρωπαϊκές δυνάμεις (Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία) και η Συνθήκη του Βερολίνου (13 Ιουλίου 1878), που προήλθε από το Συνέδριο τοθ Βερολίνου, δημιούργησε δύο θρακικές ηγεμονίες υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου: τη Βουλγα­ρική Ηγεμονία, από τον Δούναβη ως τον Αίμο, και την ηγεμονία της Ανατολικής Ρωμυλίας, όπως ονομάστηκε, στα νότια του Αίμου. Τον Σεπτέμβριο του 1885, η Βουλγαρική Ηγεμονία προσάρτησε πραξικοπηματικά την Ανατολική Ρωμυλία, ενώ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έμεινε το νοτιότε­ρο τμήμα της Θράκης. Όταν η Βουλγαρία ανακη­ρύχθηκε σε ανεξάρτητο βασίλειο (1908), ο σουλ­τάνος με το Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης (6/19 Απριλίου 1909) αναγνώρισε την προσάρτηση.

Στο μεταξύ, από το 1903 είχε αρχίσει στη νότια Θράκη συστηματική δράση ένοπλων βουλγαρικών ομάδων των γνωστών ως «κομιτατζήδων», που επιδίωκαν να εκβουλγαρίσουν με τη βία και με την τουρκική ανοχή την περιοχή αυτή, καθώς και τμήματα της Μακεδονίας. Η κατάσταση αυτή προκάλεσε ένοπλο αγώνα των Ελλήνων της Θρά­κης και άλλων περιοχών, στον οποίο πήραν μέρος αξιωματικοί του ελληνικού στρατού (ανάμεσά τους οι κατόπιν πολιτικοί Γ. Κονδύλης και Στυλ. Γονατάς) και το 1907 ιδρύθηκε στην αγωνιζόμενη Θράκη η «Πανελλήνιος Οργάνωσις» υπό τον μη­τροπολίτη Αδριανουπόλεως Πολύκαρπο.

ο ακήρυκτος αυτός πόλεμος μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας «επισκιάστηκε από τον Α ‘Βαλκανικό πόλεμο (1912), κατά τον οποίο Έλληνες και Βούλγαροι, μαζί με τους άλλους βαλκανικούς πληθυσμούς, πολέμησαν ως σύμμαχοι κατά της Τουρκίας των Νεοτούρκων, που είχαν καταλύσει στο μεταξύ με εσωτερική επανάσταση την Οθωμανική Αυτοκρατορία (1908). Με τη Συνθήκη του Λονδίνου (17/30 Μαρτίου 1913), αποσπάστηκαν για λογαριασμό των βαλκανικών συμμάχων τα δυτικά του Έβρου και τα βόρεια της Ανατολικής Θράκης εδάφη. Η Δυτική Θράκη και τμήμα της Ανατολικής  που είχαν καταληφθεί από βουλγαρικά στρατεύματα παρέμειναν υπό βουλγαρική κατοχή. Μετά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο (1913), ανάμεσα στη  συμμαχία Ελλάδας-Σερβίας και τη Βουλγαρία, ο ελληνικός στρατός και στόλος κατέλαβαν τις κυριότερες πόλεις της Δυτικής Θράκης, ενώ η Τουρκία επωφελήθηκε από τη βουλγαρική ήττα και ανακατέλαβε τα κατεχόμενα από τους Βουλγάρους εδάφη της Ανατολικής Θράκης. Η Συνθήκη τού Βουκουρεστίου όμως (28 Ιουλίου /10 Αυγούστου 1913) παραχώρησε στη Βουλγαρία τη Δυτική Θράκη (μεταξύ Έβρου και Νέστου). Ο τουρκικός πληθυσμός τότε και άλλα στοιχεία της περιοχής εξεγέρθηκαν και ανακήρυξαν αυτόνομη τη Δυτική Θράκη με έδρα την Κομοτηνή, αλλά με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (16/29 Σε­πτεμβρίου) η Δυτική Θράκη δόθηκε και πάλι στη Βουλγαρία.

Αμέσως μετά τη λήξη του Α’ Παγκόσμιου πολέ­μου, κατά τον οποίο η Ελλάδα είχε συμμαχήσει με την Αντάντ, ενώ η Βουλγαρία και η Τουρκία με τις Κεντρικές Δυνάμεις, συμμαχικό στράτευμα, με κύρια δύναμη την ελληνική 9η μεραρχία και υπό τις διαταγές του Γάλλου στρατηγού Σαρπύ, κατέ­λαβε προσωρινά τη Δυτική Θράκη (Οκτώβριος 1919), η οποία περιήλθε οριστικά στο ελληνικό σώμα στρατού (την κατόπιν Στρατιά Θράκης) υπό τον Εμμ. Ζυμβρακάκη, με έδρα την Αλεξανδρού­πολη. Με ορμητήριο την Αλεξανδρούπολη, ο ελ­ληνικός στρατός προήλασε στην Ανατολική Θρά­κη, κατέλαβε την Αδριανούπολη και έφθασε ως την Τσατάλτζα. Η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγού­στου 1920) επικύρωσε την ελληνική κατοχή ολό­κληρης σχεδόν της Θράκης, η οποία ονομάστηκε Γενική Διοίκηση με έξι νομούς: Αδριανούπολης, Καλλίπολης, Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών, Έβρου, Ροδόπης.

Τον Σεπτέμβριο του 1922, ενώ η ελληνική στρατιά Μικράς Ασίας είχε συντριβεί, η στρατιά Θράκης ολοκλήρωνε την κατάληψη της Ανατολι­κής Θράκης, η οποία όμως με τη Συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή, περιήλθε οριστικά στην Τουρκία, ενώ η Δυτική Θράκη έμεινε στην Ελλάδα.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, κατά τον οποίο η Ρουμανία και η Βουλγαρία, υπό τις γερμανόφιλες κυβερνήσεις τους, είχαν ενταχθεί στον Άξονα, η ελληνική Θράκη δέχθηκε πρώτη τη γερμανι­κή επίθεση κατά της Ελλάδας (Απρίλιος 1941) από το βουλγαρικό έδαφος κατόπιν του γερμανοβουλγαρικού συμφώνου φον Ρίμπεντροπ – Φιλόφ, που προέβλεπε παραχώρηση της Δυτικής Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Την εισβολή των Γερμανών ακολούθησε αμέσως κάθο­δος στη Θράκη βουλγαρικού στρατού κατοχής της Ελλάδας, με σκοπό τον εκβουλγαρισμό και την τελική προσάρτηση της Θράκης στη Βουλγαρία. Οι προσπάθειες αυτές όμως προσέκρουσαν σε μεγάλο βαθμό στη δράση ανταρτικών δυνάμεων της Εθνικής Αντίστασης και στη μαζική μαχητική αντίδραση του πληθυσμού στις ελληνικές πόλεις (κυρίως στην Αθήνα), η οποία άσκησε σημαντική πίεση στις γερμανικές στρατιωτικές αρχές κατά της βουλγαρικής κατο­χής στη Θράκη και στη Μακεδονία. Η Θράκη απελευθερώθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου 1944 με­τά τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας, ενώ δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη η υποχώρηση των Γερ­μανών από την Ελλάδα.

 

 

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.